οἴαροι: γυναῖκες, Suid. (= ὄαροι ). οἰάς , = βρυωνία , Hp. ap. Erot. (codd. Erot. , but f. l. for οἰνάς ). οἰατά: δυνά ( Aeol. ), Hsch. οἰάτειον κρέας: τὸ προβάτειον, Suid. οἴαροι: γυναῖκες, Suid. (=
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
οἴαροι: γυναῖκες, Suid. (= ὄαροι ). οἰάς , = βρυωνία , Hp. ap. Erot. (codd. Erot. , but f. l. for οἰνάς ). οἰατά: δυνά ( Aeol. ), Hsch. οἰάτειον κρέας: τὸ προβάτειον, Suid. οἴαροι: γυναῖκες, Suid. (=
of a sheep, προβᾰ́τ-ειος,α,ον, A. of a sheep, [γάλα] Arist. HA 522a22 ; στέαρ J. AJ 3.11.2 ; κρέας S.E. P. 3.223 , cf. Str. 11.8.6 . II. προβάτειον,τό, = ἀρνόγλωσσον , Ps.- Dsc. 2.126 ; butπρ