mane, πρώorπρῴ,πρῳαίτερον,πρῳαίτατα, A. v. πρωί̈ .πρωγγυ-εύω,πρῠ́τᾰν-ος, v. προεγγυ-εύω, -ος . *πρώειρα, v. πρῷρα .πρῳζός, v. πρωϊζός .πρωή,ἡ,= Lat.mane, Gloss.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
mane, πρώorπρῴ,πρῳαίτερον,πρῳαίτατα, A. v. πρωί̈ .πρωγγυ-εύω,πρῠ́τᾰν-ος, v. προεγγυ-εύω, -ος . *πρώειρα, v. πρῷρα .πρῳζός, v. πρωϊζός .πρωή,ἡ,= Lat.mane, Gloss.