πρῷος , v. πρώϊος . πρωπέρῠσι , v. προπέρυσι . πρῷος, A. v. πρώϊος .πρωπέρῠσι, v. προπέρυσι .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πρῷος , v. πρώϊος . πρωπέρῠσι , v. προπέρυσι . πρῷος, A. v. πρώϊος .πρωπέρῠσι, v. προπέρυσι .