πτολεμίζω , πτολεμιστής , πτόλεμόνδε , Ep. for πολεμ- . πτολεμίζω,πτολεμιστής,πτόλεμόνδε, Ep. forπολεμ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πτολεμίζω , πτολεμιστής , πτόλεμόνδε , Ep. for πολεμ- . πτολεμίζω,πτολεμιστής,πτόλεμόνδε, Ep. forπολεμ-.