πτοιέω , πτοίησις , πτοιητός , v. πτο- . πτοίνα , v. κτοίνα . πτοῖος , ὁ , = πτοία , Hsch. (s.v.l.). πτοιέω,πτοίησις,πτοιητός, A. v. πτο- .πτοίνα, v. κτοίνα .πτοῖος,ὁ, = πτοία , Hsch. (s.v.l.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πτοιέω , πτοίησις , πτοιητός , v. πτο- . πτοίνα , v. κτοίνα . πτοῖος , ὁ , = πτοία , Hsch. (s.v.l.). πτοιέω,πτοίησις,πτοιητός, A. v. πτο- .πτοίνα, v. κτοίνα .πτοῖος,ὁ, = πτοία , Hsch. (s.v.l.).