πτολεμίζω , πτολεμιστής , πτόλεμόνδε , Ep. for πολεμ- . πτολεμίζω,πτολεμιστής,πτόλεμόνδε, Ep. forπολεμ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πτολεμίζω , πτολεμιστής , πτόλεμόνδε , Ep. for πολεμ- . πτολεμίζω,πτολεμιστής,πτόλεμόνδε, Ep. forπολεμ-.
συμφέρω , fut. συνοίσω A. Th. 510 : aor. 1 συνήνεγκα E. HF 488 , Ion. -ήνεικα Hdt. 7.152 : aor. 2 συνήνεγκον Th. 2.51 : pf. συνενήνοχα D. 18.198 . Act. bring together, gather, collect , τὰ κακὰ ἐς μέσ