σφάκηλος , v. σφάκελος 3 . ς̔φ̓άκια: τῆς ἀμπέλου τὰ κλήματα , Hsch. σφάκηλος, A. v. σφάκελος 3 .ς̔φ̓άκια: τῆς ἀμπέλου τὰ κλήματα, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σφάκηλος , v. σφάκελος 3 . ς̔φ̓άκια: τῆς ἀμπέλου τὰ κλήματα , Hsch. σφάκηλος, A. v. σφάκελος 3 .ς̔φ̓άκια: τῆς ἀμπέλου τὰ κλήματα, Hsch.