σάμερον , v. σήμερον . Σάμη , v. Σάμος . σαμία , v. ζημία . σαμίθη: ῥόφημά τι, ὡς Γλαυκίας ὁ ἰατρός , Hsch. σαμινά , Lacon. for θαμινά , Id. σάμμα: ὄργανον μουσικὸν παρὰ Ἰνδοῖς , Id. σάμερον, A. v.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σάμερον , v. σήμερον . Σάμη , v. Σάμος . σαμία , v. ζημία . σαμίθη: ῥόφημά τι, ὡς Γλαυκίας ὁ ἰατρός , Hsch. σαμινά , Lacon. for θαμινά , Id. σάμμα: ὄργανον μουσικὸν παρὰ Ἰνδοῖς , Id. σάμερον, A. v.
to-day σήμερον,Adv. A. to-day, Il. 7.30 , Od. 17.186 , E. Rh. 683 , PHib. 1.65.13 (iii B.C.), SIG 1181.11 (Rhenea,ii B.C.), Ev.Matt. 27.19 , etc.; Dor. σάμερον [ᾱ] Pi. O. 6.28 , P. 4.1 ; Att. τήμ