σάμερον , v. σήμερον . Σάμη , v. Σάμος . σαμία , v. ζημία . σαμίθη: ῥόφημά τι, ὡς Γλαυκίας ὁ ἰατρός , Hsch. σαμινά , Lacon. for θαμινά , Id. σάμμα: ὄργανον μουσικὸν παρὰ Ἰνδοῖς , Id. σάμερον, A. v.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σάμερον , v. σήμερον . Σάμη , v. Σάμος . σαμία , v. ζημία . σαμίθη: ῥόφημά τι, ὡς Γλαυκίας ὁ ἰατρός , Hsch. σαμινά , Lacon. for θαμινά , Id. σάμμα: ὄργανον μουσικὸν παρὰ Ἰνδοῖς , Id. σάμερον, A. v.