σάρπη , ἡ , and σαρπίον , τό ,= σάλπη (q.v.), Sch.D.T. p.195 H.: σαρπίς is expld. by σαρπός in An.Ox. 2.466 . σάρπη,ἡ, andσαρπίον,τό,=σάλπη(q.v.), Sch.D.T. p.195 H.:σαρπίςis expld. byσαρπόςin An.Ox. 2
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σάρπη , ἡ , and σαρπίον , τό ,= σάλπη (q.v.), Sch.D.T. p.195 H.: σαρπίς is expld. by σαρπός in An.Ox. 2.466 . σάρπη,ἡ, andσαρπίον,τό,=σάλπη(q.v.), Sch.D.T. p.195 H.:σαρπίςis expld. byσαρπόςin An.Ox. 2
σάρπους: κιβωτούς, Βιθυνοὶ δὲ ξυλίνους οἰκίας , Hsch. ; cf. σάρπη . σαρρυφθεῖν: μωραίνειν , Id. σάρσαι: ἅμαξαι , Id. σαρσίτει: χορὸς πρὸς μύλον ποιούμενος τὴν χορείαν , Id. σάρπους: κιβωτούς, Βιθυνοὶ
saupe, Box salpa σάλπη,ἡ, a sea-fish, the A. saupe, Box salpa, Epich. 63 , Arist. HA 543a8 , al. (ὃν καὶ βοῦν[leg.βῶκα] καλοῦσιν, Hsch. ): alsoσάλπης,ὁ, Archipp. 19 ;σάλποςisv.l. in Arist. HA 534a16