σάρπους: κιβωτούς, Βιθυνοὶ δὲ ξυλίνους οἰκίας , Hsch. ; cf. σάρπη . σαρρυφθεῖν: μωραίνειν , Id. σάρσαι: ἅμαξαι , Id. σαρσίτει: χορὸς πρὸς μύλον ποιούμενος τὴν χορείαν , Id. σάρπους: κιβωτούς, Βιθυνοὶ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σάρπους: κιβωτούς, Βιθυνοὶ δὲ ξυλίνους οἰκίας , Hsch. ; cf. σάρπη . σαρρυφθεῖν: μωραίνειν , Id. σάρσαι: ἅμαξαι , Id. σαρσίτει: χορὸς πρὸς μύλον ποιούμενος τὴν χορείαν , Id. σάρπους: κιβωτούς, Βιθυνοὶ