σάμβαλον , σαμβαλίσκος , v. σάνδαλον, σανδαλίσκος . σάμβαλον,σαμβαλίσκος, A. v. σάνδαλον, σανδαλίσκος .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σάμβαλον , σαμβαλίσκος , v. σάνδαλον, σανδαλίσκος . σάμβαλον,σαμβαλίσκος, A. v. σάνδαλον, σανδαλίσκος .
σανδαλ-ίσκος , ὁ , Dim. of σάνδαλον , Ar. Ra. 406 (s.v.l., τὸ -κον Blass):—also σαμβᾰλίσκος , ὁ , heterocl. pl. -ίσκα , Hippon. 18 . σανδαλ-ίσκος,ὁ, Dim. of σάνδαλον, Ar. Ra. 406 (s.v.l.,τὸ -κονBlass