σηρά: σκῦλα, ἢ δεσμὸς πλεκτός (v. σειρά ), Hsch. σηρά: σκῦλα, ἢ δεσμὸς πλεκτός(v.σειρά), Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σηρά: σκῦλα, ἢ δεσμὸς πλεκτός (v. σειρά ), Hsch. σηρά: σκῦλα, ἢ δεσμὸς πλεκτός(v.σειρά), Hsch.
cord, rope σειρά, Ion. σειρή, Dor. σηρά Choerob. in An.Ox. 2.260 , Et.Gud. 497.47 :ἡ:— A. cord, rope, σειράς τ' εὐπλέκτους Il. 23.115 ; σειρὴν δὲ πλεκτήν Od. 22.175 ;ς. χρυσείη cordof gold, Il