σκιρράς , σκίρρος , v. σκῖρος σκίρρον , σκῐρᾰφ-ρρός , σκῐρᾰφ-ρρόομαι , σκῐρᾰ́φ-ρρων , σκῐρᾰ́φ-ρρωσις , v. σκιρ- . σκιρράς,σκίρρος, A. v. σκῖρος 3. σκίρρον,σκῐρᾰφ-ρρός,σκῐρᾰφ-ρρόομαι,σκῐρᾰ́φ-ρρων,σκ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σκιρράς , σκίρρος , v. σκῖρος σκίρρον , σκῐρᾰφ-ρρός , σκῐρᾰφ-ρρόομαι , σκῐρᾰ́φ-ρρων , σκῐρᾰ́φ-ρρωσις , v. σκιρ- . σκιρράς,σκίρρος, A. v. σκῖρος 3. σκίρρον,σκῐρᾰφ-ρρός,σκῐρᾰφ-ρρόομαι,σκῐρᾰ́φ-ρρων,σκ