σκιρράς , σκίρρος , v. σκῖρος σκίρρον , σκῐρᾰφ-ρρός , σκῐρᾰφ-ρρόομαι , σκῐρᾰ́φ-ρρων , σκῐρᾰ́φ-ρρωσις , v. σκιρ- . σκιρράς,σκίρρος, A. v. σκῖρος 3. σκίρρον,σκῐρᾰφ-ρρός,σκῐρᾰφ-ρρόομαι,σκῐρᾰ́φ-ρρων,σκ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σκιρράς , σκίρρος , v. σκῖρος σκίρρον , σκῐρᾰφ-ρρός , σκῐρᾰφ-ρρόομαι , σκῐρᾰ́φ-ρρων , σκῐρᾰ́φ-ρρωσις , v. σκιρ- . σκιρράς,σκίρρος, A. v. σκῖρος 3. σκίρρον,σκῐρᾰφ-ρρός,σκῐρᾰφ-ρρόομαι,σκῐρᾰ́φ-ρρων,σκ
hard σκῖρος,ὁ, A. hard(perh.chalk) land overgrown with bushes, scrub, Tab.Heracl. 1.19 ;τῶν ξύλων . . τῶν ἐν τοῖς ς. ib. 144 ; = πυρρώδης (ῥυπώδηςcj. Mein.)γῆacc. to Philet. ap. Hsch. ;σκ[ε]ίρα(leg.