σκεπηνός , σκεπινός , v. σκεπεινός . σκέπινος , v. σκέπανος . σκέπος , εος , τό ,= σκέπη , EM 597.19 . σκεπηνός,σκεπινός, A. v. σκεπεινός .σκέπινος, v. σκέπανος .σκέπος,εος,τό,=σκέπη, EM 597.19 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σκεπηνός , σκεπινός , v. σκεπεινός . σκέπινος , v. σκέπανος . σκέπος , εος , τό ,= σκέπη , EM 597.19 . σκεπηνός,σκεπινός, A. v. σκεπεινός .σκέπινος, v. σκέπανος .σκέπος,εος,τό,=σκέπη, EM 597.19 .