σκερολίγγες: λαικασταὶ ἢ ὠπισταί , Hsch. σκερός: αἰδοιολείκτης , Id. σκερολίγγες: λαικασταὶ ἢ ὠπισταί, Hsch. σκερός: αἰδοιολείκτης, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σκερολίγγες: λαικασταὶ ἢ ὠπισταί , Hsch. σκερός: αἰδοιολείκτης , Id. σκερολίγγες: λαικασταὶ ἢ ὠπισταί, Hsch. σκερός: αἰδοιολείκτης, Id.
cunnilingus αἰδοιολείκτης,ὁ,= A. cunnilingus, Hsch. s.v. σκερός .