σκηπήϊον: πτύον , Hsch. σκηπήνιον: βακτηρία, τρίαινα, βάκτρον, κηρύκ<ε> ιον , ῥάβδος , Id. σκῆπτον , τό ,= σκῆπτρον , only in Dor. form σκᾶπτον , and compds. σκηπτοῦχος, σκηπτουχία, σκηπτοφόρος . σκηπ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σκηπήϊον: πτύον , Hsch. σκηπήνιον: βακτηρία, τρίαινα, βάκτρον, κηρύκ<ε> ιον , ῥάβδος , Id. σκῆπτον , τό ,= σκῆπτρον , only in Dor. form σκᾶπτον , and compds. σκηπτοῦχος, σκηπτουχία, σκηπτοφόρος . σκηπ