σκύπφειος , σκύπφος , v. σκύφειος, σκύφος . σκύπφειος,σκύπφος, A. v. σκύφειος, σκύφος .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σκύπφειος , σκύπφος , v. σκύφειος, σκύφος . σκύπφειος,σκύπφος, A. v. σκύφειος, σκύφος .