σκηκός: πόας εἶδος καὶ ζῴου , Hsch. (v. σκίγκος ). σκῆλαι , v. σκέλλω . σκήλημα , v. σκλῆμα . σκῆν: ὅ τινες μὲν ψυχήν, τινὲς σκηκός: πόας εἶδος καὶ ζῴου, Hsch. (v.σκίγκος).σκῆλαι, A. v. σκέλλω .σκήλ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σκηκός: πόας εἶδος καὶ ζῴου , Hsch. (v. σκίγκος ). σκῆλαι , v. σκέλλω . σκήλημα , v. σκλῆμα . σκῆν: ὅ τινες μὲν ψυχήν, τινὲς σκηκός: πόας εἶδος καὶ ζῴου, Hsch. (v.σκίγκος).σκῆλαι, A. v. σκέλλω .σκήλ