σμάρδικον: στρουθίον , and σμαρδικοπῶλαι: οἱ τοὺς στρουθοὺς πωλοῦντες , Hsch. σμάρδικον: στρουθίον, andσμαρδικοπῶλαι: οἱ τοὺς στρουθοὺς πωλοῦντες, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σμάρδικον: στρουθίον , and σμαρδικοπῶλαι: οἱ τοὺς στρουθοὺς πωλοῦντες , Hsch. σμάρδικον: στρουθίον, andσμαρδικοπῶλαι: οἱ τοὺς στρουθοὺς πωλοῦντες, Hsch.