σμῆλαι: ῥίψαι , Hsch. (fort. ἐνιῆλαι ). σμηλακεῖ: φωνεῖ , Id.; cf. σμιλακτεῖ . σμηλίον , v. σμιλίον . σμῆλαι: ῥίψαι, Hsch. (fort.ἐνιῆλαι).σμηλακεῖ: φωνεῖ, Id.; cf.σμιλακτεῖ.σμηλίον, A. v. σμιλίον .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σμῆλαι: ῥίψαι , Hsch. (fort. ἐνιῆλαι ). σμηλακεῖ: φωνεῖ , Id.; cf. σμιλακτεῖ . σμηλίον , v. σμιλίον . σμῆλαι: ῥίψαι, Hsch. (fort.ἐνιῆλαι).σμηλακεῖ: φωνεῖ, Id.; cf.σμιλακτεῖ.σμηλίον, A. v. σμιλίον .