σμογερόν: σκληρόν, ἐπίβουλον, μοχθηρόν , Hsch. σμοιός , ά , όν , Hdn.Gr. 1.109 ; σμοιῷ προσώπῳ Anon. (fort. A. Ag. 639 , ubi στυγνῷ ) ap. Hsch. ; and σμοῖος , α , ον , Theognost. Can. 49 ,= σκυθρωπός
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σμογερόν: σκληρόν, ἐπίβουλον, μοχθηρόν , Hsch. σμοιός , ά , όν , Hdn.Gr. 1.109 ; σμοιῷ προσώπῳ Anon. (fort. A. Ag. 639 , ubi στυγνῷ ) ap. Hsch. ; and σμοῖος , α , ον , Theognost. Can. 49 ,= σκυθρωπός
ἄμοιος: κακός ( Sicel ), Hsch. ; cf. σμοῖος. ἄμοιος: κακός(Sicel), Hsch. ; cf.σμοῖος.
σμύξων , ὁ ,= μύξων , Arist. HA 543b15 ( v.l. μύξ- ). σμυός , v. σμοιός . σμύξων,ὁ,=μύξων, Arist. HA 543b15 ( A. v.l. μύξ- ).σμυός, v. σμοιός .