σοναρόν: ῥωμαλέον , Hsch. (fort. σοβ- vel σθεν- ). σόος , η , ον , Ep. and Ion. form of σῶος, σῶς : v. σῶς . σορδισμός: τὸ μὴ καθαρῶς διαλέγεσθαι ἤτοι ἑλληνίζειν , Id.; cf. σαρδισμός . σορεῖον or σόρε
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σοναρόν: ῥωμαλέον , Hsch. (fort. σοβ- vel σθεν- ). σόος , η , ον , Ep. and Ion. form of σῶος, σῶς : v. σῶς . σορδισμός: τὸ μὴ καθαρῶς διαλέγεσθαι ἤτοι ἑλληνίζειν , Id.; cf. σαρδισμός . σορεῖον or σόρε