σπέλεκτος: πελεκάν , Hsch. σπέληξ: γυναικεῖον ἱμάτιον, ἡμιδιπλοί̈διον , Suid. ; but σπέλληξι: σπελέθοις , Hsch. σπέλιον or σπέλλιον , τό , Aeol. for ψέλιον , Sch.D.T. pp.203,504 H., An.Ox. 4.326 . σπε
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σπέλεκτος: πελεκάν , Hsch. σπέληξ: γυναικεῖον ἱμάτιον, ἡμιδιπλοί̈διον , Suid. ; but σπέλληξι: σπελέθοις , Hsch. σπέλιον or σπέλλιον , τό , Aeol. for ψέλιον , Sch.D.T. pp.203,504 H., An.Ox. 4.326 . σπε
make ready στέλλω, Il. 4.294 , etc.:fut. A. στελῶ S. Ph. 640 , Ep. στελέω Od. 2.287 :aor. ἔστειλα Th. 7.20 , Ep. στεῖλα Od. 14.248 :pf. ἔσταλκα Arr. An. 2.11.9 , (ἀπ-, ἐπ-) Isoc. 1.2 ,