σπέλεκτος: πελεκάν , Hsch. σπέληξ: γυναικεῖον ἱμάτιον, ἡμιδιπλοί̈διον , Suid. ; but σπέλληξι: σπελέθοις , Hsch. σπέλιον or σπέλλιον , τό , Aeol. for ψέλιον , Sch.D.T. pp.203,504 H., An.Ox. 4.326 . σπε
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σπέλεκτος: πελεκάν , Hsch. σπέληξ: γυναικεῖον ἱμάτιον, ἡμιδιπλοί̈διον , Suid. ; but σπέλληξι: σπελέθοις , Hsch. σπέλιον or σπέλλιον , τό , Aeol. for ψέλιον , Sch.D.T. pp.203,504 H., An.Ox. 4.326 . σπε