στερφίνα: δερματίνη, οἱ δὲ δέρματα ὄνεια: οἱ δὲ στεῖρα ἢ σκληρά , Hsch. στέρφνιον: σκληρόν, στερεόν , Id. στερφίνα: δερματίνη, οἱ δὲ δέρματα ὄνεια: οἱ δὲ στεῖρα ἢ σκληρά, Hsch. στέρφνιον: σκληρόν, στ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στερφίνα: δερματίνη, οἱ δὲ δέρματα ὄνεια: οἱ δὲ στεῖρα ἢ σκληρά , Hsch. στέρφνιον: σκληρόν, στερεόν , Id. στερφίνα: δερματίνη, οἱ δὲ δέρματα ὄνεια: οἱ δὲ στεῖρα ἢ σκληρά, Hsch. στέρφνιον: σκληρόν, στ