<ς>τ<ρ>ατή: πόρνη , Hsch. ; cf. στατή . <ς>τ<ρ>ατή: πόρνη, Hsch. ; cf.στατή.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
<ς>τ<ρ>ατή: πόρνη , Hsch. ; cf. στατή . <ς>τ<ρ>ατή: πόρνη, Hsch. ; cf.στατή.
στατά: μακρά (fort. μάκρα , cf. στάγην and v. sq.), Hsch. στατή: πάρνη (leg. πόρνη , cf. στρατή ) , κάρδοπος , Id. στατά: μακρά(fort.μάκρα, cf.στάγηνandv.sq.), Hsch. στατή: πάρνη(leg.πόρνη, cf.στρατή