στειλέα , v. στελεά . στειλειάριον , v. στελεός . στειλειή , v. στελεά . στειλειόν , v. στελεόν . στειλεός , v. στελεός . στειλέα, A. v. στελεά .στειλειάριον, v. στελεός .στειλειή, v. στελεά .στειλε
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στειλέα , v. στελεά . στειλειάριον , v. στελεός . στειλειή , v. στελεά . στειλειόν , v. στελεόν . στειλεός , v. στελεός . στειλέα, A. v. στελεά .στειλειάριον, v. στελεός .στειλειή, v. στελεά .στειλε
rolling-pin στελεός,ὁ,= A. στελεά 1 , of an axe, EM 339.57 , 725.49 ; nom. pl. στελεοί IG 22.1673.29 , 30 ;= σκυταλίδες 1.3 , J. AJ 3.6.6 ; acc. pl. written στελειούς IG 22.1673.55 : gender