στειλέα , v. στελεά . στειλειάριον , v. στελεός . στειλειή , v. στελεά . στειλειόν , v. στελεόν . στειλεός , v. στελεός . στειλέα, A. v. στελεά .στειλειάριον, v. στελεός .στειλειή, v. στελεά .στειλε
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στειλέα , v. στελεά . στειλειάριον , v. στελεός . στειλειή , v. στελεά . στειλειόν , v. στελεόν . στειλεός , v. στελεός . στειλέα, A. v. στελεά .στειλειάριον, v. στελεός .στειλειή, v. στελεά .στειλε