στειλέα , v. στελεά . στειλειάριον , v. στελεός . στειλειή , v. στελεά . στειλειόν , v. στελεόν . στειλεός , v. στελεός . στειλέα, A. v. στελεά .στειλειάριον, v. στελεός .στειλειή, v. στελεά .στειλε
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στειλέα , v. στελεά . στειλειάριον , v. στελεός . στειλειή , v. στελεά . στειλειόν , v. στελεόν . στειλεός , v. στελεός . στειλέα, A. v. στελεά .στειλειάριον, v. στελεός .στειλειή, v. στελεά .στειλε
manubrium, στελεόν,τό,= A. στελεά 1 , [φορμορραφίδος] Aen.Tact. 18.11 ; of an axe, Hsch.,EM 726.52 ;=manubrium, Gloss. : pl. στελεά Babr. 143 : Ep. στειλειόν Od. 5.236 , Ps.- Babr. ap. Suid.
of olive-wood ἐλᾱ́-ϊνος,η,ον, A. of olive-wood, ἐλαί̈νῳ ἀμφὶ πελέκκῳ Il. 13.612 ; στειλειόν Od. 5.236 , cf. Thphr. HP 5.3.7 , PLond. 3.1177 (ii A.D.), etc. b. of olive-branches, στέφανος D.Chr