στενάσαι: τινὲς πλῆξαι καὶ παῖσαι , Hsch. στεναύχην , v. στειν- . στεναχεῖλαι: δαμάζεσθαι , Id. στενάσαι: τινὲς πλῆξαι καὶ παῖσαι, Hsch. στεναύχην, A. v. στειν- .στεναχεῖλαι: δαμάζεσθαι, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στενάσαι: τινὲς πλῆξαι καὶ παῖσαι , Hsch. στεναύχην , v. στειν- . στεναχεῖλαι: δαμάζεσθαι , Id. στενάσαι: τινὲς πλῆξαι καὶ παῖσαι, Hsch. στεναύχην, A. v. στειν- .στεναχεῖλαι: δαμάζεσθαι, Id.
narrow στενωπ-ός, Ion. and Ep. στεινωπός,όν, (στενός, ὀπή) A. narrow, στεινωπὸς ὁδός Il. 7.143 , 23.416 ; στενωπότεραι αἱ διέξοδοι τροφῆς Hp. Vict. 2.40 ;πόντος στειν. A.R. 2.1191 ; στειν. παλάμ
with a narrow pass στενό-πορος, Ion. στειν-,ον, A. with a narrow passoroutlet, πύλαι A. Pr. 729 ; ἔξοδοι E. Andr. 1143 ; ὅρμοι Αὐλίδος Id. IA 1497 (lyr.); διὰ κυανέας ς. πέτρας Id. IT 890 (l
narrowness στενό-της, Ion. στειν-,ητος,ἡ, A. narrowness, Ἑλλήσποντον, ἐόντα στεινότητα μὲν ἑπτὰ σταδίους Hdt. 4.85 (-ότητι, -ότατα, -ότατονcodd.);τῇ τοῦ λιμένος ς. Th. 7.62 , cf. 4.24 ; θώρηκος -ό