στείνων: ὡραϊστής, καὶ ἐπ' αὐτῷ ἀρέσκων , Hsch. στεινωπός , v. στενωπός . στειπτός , v. στιπτός . στείνων: ὡραϊστής, καὶ ἐπ' αὐτῷ ἀρέσκων, Hsch. στεινωπός, A. v. στενωπός .στειπτός, v. στιπτός .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στείνων: ὡραϊστής, καὶ ἐπ' αὐτῷ ἀρέσκων , Hsch. στεινωπός , v. στενωπός . στειπτός , v. στιπτός . στείνων: ὡραϊστής, καὶ ἐπ' αὐτῷ ἀρέσκων, Hsch. στεινωπός, A. v. στενωπός .στειπτός, v. στιπτός .