στενάσαι: τινὲς πλῆξαι καὶ παῖσαι , Hsch. στεναύχην , v. στειν- . στεναχεῖλαι: δαμάζεσθαι , Id. στενάσαι: τινὲς πλῆξαι καὶ παῖσαι, Hsch. στεναύχην, A. v. στειν- .στεναχεῖλαι: δαμάζεσθαι, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στενάσαι: τινὲς πλῆξαι καὶ παῖσαι , Hsch. στεναύχην , v. στειν- . στεναχεῖλαι: δαμάζεσθαι , Id. στενάσαι: τινὲς πλῆξαι καὶ παῖσαι, Hsch. στεναύχην, A. v. στειν- .στεναχεῖλαι: δαμάζεσθαι, Id.