στορέννυμι , v. στόρνυμι . στορέννυμι, A. v. στόρνυμι .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στορέννυμι , v. στόρνυμι . στορέννυμι, A. v. στόρνυμι .
spread, cover with κατα-στορέννῡμι,part. καστορνῦσα(as if fromκαταστόρνυμι) (v. infr.):fut.-στορέσω:aor. Pass. A. κατεστορέσθην Hp. VM 19 :pf. κατεστόρεσται Them. Or. 15.194d :—spread, cover w
spread στόρνῡμι, E. Heracl. 702 (anap.); imper. A. στόρνυ Ar. Pax 844 ;part. στορνύντες, στορνύντα, Hdt. 7.54 , S. Tr. 902 ; compd.καστορνῦσα( = καταστ- ) Od. 17.32 ; alsoστορνύω( v.l. στρωννύω ),