στραγός , v. στραγγός . στράνθανα: ὀξέα , Hsch. στραγός, A. v. στραγγός .στράνθανα: ὀξέα, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στραγός , v. στραγγός . στράνθανα: ὀξέα , Hsch. στραγός, A. v. στραγγός .στράνθανα: ὀξέα, Hsch.