tripod στριφοῦ: λαμπόδικε, ἀπόκνισον, Hsch. στροβάζων: συνεχῶς στρεφόμενος, Id.στροβάνῑκος: ἡ τῷ στροβεῖν νικῶσα, Id.στροβανίσκος,ὁ, A. tripod, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
tripod στριφοῦ: λαμπόδικε, ἀπόκνισον, Hsch. στροβάζων: συνεχῶς στρεφόμενος, Id.στροβάνῑκος: ἡ τῷ στροβεῖν νικῶσα, Id.στροβανίσκος,ὁ, A. tripod, Id.