στροταγέω , στρόταγος , στρότος , v. στρατηγέω, στρατηγός, στρατός . στροταγέω,στρόταγος,στρότος, A. v. στρατηγέω, στρατηγός, στρατός .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στροταγέω , στρόταγος , στρότος , v. στρατηγέω, στρατηγός, στρατός . στροταγέω,στρόταγος,στρότος, A. v. στρατηγέω, στρατηγός, στρατός .
to be general στρᾰτηγ-έω, Dor. στρᾰτᾱγέω SIG 421.16 (Thermum,iii B.C.), etc.; Aeol. στροτᾱγέω IGRom. 4.1243 (Thyatira), butστρατ-in the duplicate, IG 12(2).243.3 (Mytil.):— A. to be general, Hdt.