στροταγέω , στρόταγος , στρότος , v. στρατηγέω, στρατηγός, στρατός . στροταγέω,στρόταγος,στρότος, A. v. στρατηγέω, στρατηγός, στρατός .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στροταγέω , στρόταγος , στρότος , v. στρατηγέω, στρατηγός, στρατός . στροταγέω,στρόταγος,στρότος, A. v. στρατηγέω, στρατηγός, στρατός .
leader στρᾰτηγ-ός,ὁ(the fem. in Ar. Ec. 491 , 500 is merely comic), Arc. and Dor. στρᾰτᾱγός IG 5(2).6.9 (Tegea,iv B.C.), SIG 597 B(Thermum,iii B.C.), etc.; Aeol. στρότᾱγος IG 12 ( 2 ). 6.7 (Mytil