στροταγέω , στρόταγος , στρότος , v. στρατηγέω, στρατηγός, στρατός . στροταγέω,στρόταγος,στρότος, A. v. στρατηγέω, στρατηγός, στρατός .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στροταγέω , στρόταγος , στρότος , v. στρατηγέω, στρατηγός, στρατός . στροταγέω,στρόταγος,στρότος, A. v. στρατηγέω, στρατηγός, στρατός .
army, host. στρᾰτός,ὁ, Aeol. στρότος Sapph. Supp. 5.1 :— A. army, host. ἀνὰ στρατόν Il. 1.53 , 384 , al.;κατὰ ς. ib. 318 , al.; ἐπὶ δεξιόφιν παντὸς στρατοῦ 13.308 , cf. 326 ; κατὰ ς. εὐρὺν Ἀχα
one who fights from a chariot ἱππ-εύς, gen.έως(-έωdub. in Hsch. ), Ep. ῆος,ὁ, (ἵππος) A. one who fights from a chariot, Hom. (only in Il. ), opp.πεζός, 2.810 ; either ofthe driveror ofthe hero who f