διασφετερίζομαι , f.l. for σφετερίζομαι , Ph. 2.130 . διασφετερίζομαι, A. f.l. for σφετερίζομαι , Ph. 2.130 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
διασφετερίζομαι , f.l. for σφετερίζομαι , Ph. 2.130 . διασφετερίζομαι, A. f.l. for σφετερίζομαι , Ph. 2.130 .
make one's own, appropriate, usurp σφετερ-ίζω, A. make one's own, appropriate, usurp, ἐὰν ἑσμοὺς ἀλλοτρίους σφετερίζῃ τις Pl. Lg. 843d ;τὰ πράγματα κατὰ τὴν πόλιν ἐσφετέρισανib. 715a ; τὸν χόρτον -