σφρηγίζω , σφρηγίς , Ion. for σφραγ- . σφριαί: ἀπειλαί, ὀργαί , Hsch. σφρηγίζω,σφρηγίς, Ion. forσφραγ-.σφριαί: ἀπειλαί, ὀργαί, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σφρηγίζω , σφρηγίς , Ion. for σφραγ- . σφριαί: ἀπειλαί, ὀργαί , Hsch. σφρηγίζω,σφρηγίς, Ion. forσφραγ-.σφριαί: ἀπειλαί, ὀργαί, Hsch.
σφηρός: τὸ τοῦ ἱματίου σημεῖον , Hsch. (between σφραγίς and σφριαί : perh. for σφρηγίς , cf. σφραγίς 11.2 ). σφηρός: τὸ τοῦ ἱματίου σημεῖον, Hsch. (betweenσφραγίςandσφριαί: perh. forσφρηγίς, cf. A.