συβαρνίς: περίκομμα , Hsch. σύβας , v. σύβαξ . συβαύβαλος , ὁ , cf. συοβ- . σύββολον , v. σύμβολον . συβαρνίς: περίκομμα, Hsch. σύβας, A. v. σύβαξ .συβαύβαλος,ὁ, cf.συοβ-.σύββολον, v. σύμβολον .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
συβαρνίς: περίκομμα , Hsch. σύβας , v. σύβαξ . συβαύβαλος , ὁ , cf. συοβ- . σύββολον , v. σύμβολον . συβαρνίς: περίκομμα, Hsch. σύβας, A. v. σύβαξ .συβαύβαλος,ὁ, cf.συοβ-.σύββολον, v. σύμβολον .
sow σύαρον: τὸν κλῶνα, Hsch. σύαρτον: βούγλωσσον, Id.συάς,άδος,ἡ, A. sow, in pl., Id.σύβαξ,ᾱκος,ὁ,ἡ, (σῦς)hoglike, swinish, Id.: alsoσῠβάλλας,σύβας,ruttish, lustful, Id.