τέρεμνον , τό , v. τέραμνον . τέρεμνος , ον , = στερεός, στερρός , Hsch. τέρεμνον,τό, A. v. τέραμνον .τέρεμνος,ον, = στερεός, στερρός , Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τέρεμνον , τό , v. τέραμνον . τέρεμνος , ον , = στερεός, στερρός , Hsch. τέρεμνον,τό, A. v. τέραμνον .τέρεμνος,ον, = στερεός, στερρός , Hsch.