τιτουϝέσθω , τιτοϝτός , v. τιτεύω . τιτραίνω , τιτράω , τίτρημι , v. τετραίνω . τιτουϝέσθω,τιτοϝτός, A. v. τιτεύω .τιτραίνω,τιτράω,τίτρημι, v. τετραίνω .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τιτουϝέσθω , τιτοϝτός , v. τιτεύω . τιτραίνω , τιτράω , τίτρημι , v. τετραίνω . τιτουϝέσθω,τιτοϝτός, A. v. τιτεύω .τιτραίνω,τιτράω,τίτρημι, v. τετραίνω .