τέλεος , τελεότης , τελεόω , v. τέλειος, τελειότης, τελειόω . τέλεος,τελεότης,τελεόω, A. v. τέλειος, τελειότης, τελειόω .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τέλεος , τελεότης , τελεόω , v. τέλειος, τελειότης, τελειόω . τέλεος,τελεότης,τελεόω, A. v. τέλειος, τελειότης, τελειόω .
bring to maturity, ἀποτελει-όωorἀποτελει-τελεόω, A. bring to maturity, Aristid. Or. 43(1).13 :— Pass. ,come to maturity, Arist. HA 576b7 .