τερίκαρπον: μεγαλόκαρπον , Hsch. τερίμη: τάφρος , Id. (Perh. cf. τέρχνεα .) τερίνη: τετριμμένη (cf. τερύνης ) , οἱ δὲ τερπωλή , Id. τερῖνος: τηρῶν διάνοιαν, λυπῶν , Id. τερίκαρπον: μεγαλόκαρπον, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τερίκαρπον: μεγαλόκαρπον , Hsch. τερίμη: τάφρος , Id. (Perh. cf. τέρχνεα .) τερίνη: τετριμμένη (cf. τερύνης ) , οἱ δὲ τερπωλή , Id. τερῖνος: τηρῶν διάνοιαν, λυπῶν , Id. τερίκαρπον: μεγαλόκαρπον, Hsch.