τετράαχμον , v. τετράδραχμον . τετράαχμον, A. v. τετράδραχμον .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τετράαχμον , v. τετράδραχμον . τετράαχμον, A. v. τετράδραχμον .
τετρᾶχμον , v. τετράδραχμον . τετρᾶχμον, A. v. τετράδραχμον .
clip παραρρῑνάω, A. clipcoin, [ τετράδραχμον] παρερρινημένον IG 11(2).158 A 5 (Delos,iii B. C.).
worth four drachmas τετράδραχμος,ον, A. worth four drachmas, Arist. Oec. 1347a33 . II. τετράδραχμον,τό,silver coin of four drachmas, tetradrachm, IG 1.2.280.91 , Pl. Ax. 366c , Plu. Sull. 25 , etc.