τετρώκοντα , τετρωκοστός , v. τεσσαράκοντα, τεσσαρακοστός . τετρώκοντα,τετρωκοστός, A. v. τεσσαράκοντα, τεσσαρακοστός .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τετρώκοντα , τετρωκοστός , v. τεσσαράκοντα, τεσσαρακοστός . τετρώκοντα,τετρωκοστός, A. v. τεσσαράκοντα, τεσσαρακοστός .
forty τεσσᾰράκοντα [ρᾰ], Att. τεττᾰράκοντα IG 22.334.23 ; Ion. τεσσεράκοντα(q.v.); Sicilian Ionicτετράϟοντα Supp.Epigr. 4.64 (vi B.C.); Dor. τετρώκοντα Tab.Heracl. 1.20 , al., SIG 241.67 (Delph