τήγᾰνον , τηγᾰνόστροφον , v. τάγηνον, ταγηνοστρόφιον . τήγᾰνον,τηγᾰνόστροφον, A. v. τάγηνον, ταγηνοστρόφιον .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τήγᾰνον , τηγᾰνόστροφον , v. τάγηνον, ταγηνοστρόφιον . τήγᾰνον,τηγᾰνόστροφον, A. v. τάγηνον, ταγηνοστρόφιον .